die Grundeinstellung

Ορισμός και σημασία του "grundeinstellung"στα γερμανικά

Die Grundeinstellung
[gender: feminine]
01

προεπιλεγμένη ρύθμιση, βασική ρύθμιση

eine grundlegende Einstellung oder Voreinstellung, mit der etwas standardmäßig beginnt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Grundeinstellung
πληθυντικός τύπος
Grundeinstellungen
Παραδείγματα
Die Kamera funktioniert mit der aktuellen Grundeinstellung sehr gut.
Η κάμερα λειτουργεί πολύ καλά με την τρέχουσα βασική ρύθμιση.
02

βασική στάση, θεμελιώδης προσέγγιση

Die grundlegende Haltung oder Meinung zu etwas
Παραδείγματα
Die Grundeinstellung prägt unsere Entscheidungen.
Η βασική στάση διαμορφώνει τις αποφάσεις μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store