Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Großstadt
[gender: feminine]
01
μεγάλη πόλη, μητρόπολη
Eine sehr große Stadt mit vielen Einwohnern und viel Infrastruktur
Παραδείγματα
Die Großstadt hat eine vielfältige Kultur und viele Sehenswürdigkeiten.
Η μεγάλη πόλη έχει μια ποικιλόμορφη κουλτούρα και πολλά αξιοθέατα.


























