die großstadt
groß
ˈgʁo:s
γκροσ
stadt
ʃtat
στατ

Ορισμός και σημασία του "großstadt"στα γερμανικά

Die Großstadt
01

μεγάλη πόλη, μητρόπολη

Eine sehr große Stadt mit vielen Einwohnern und viel Infrastruktur 
die Großstadt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Großstädte
γενική πτώση
Großstadt
Παραδείγματα
Berlin ist eine der größten Großstädte Deutschlands. 

Το Βερολίνο είναι μία από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις της Γερμανίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

großstadt

groß

+

stadt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store