die Grammatik
Pronunciation
/ɡʁaˈmatɪk/

Ορισμός και σημασία του "grammatik"στα γερμανικά

Die Grammatik
[gender: feminine]
01

γραμματική, γραμματικό σύστημα

Die Gesamtheit der Regeln, nach denen eine Sprache aufgebaut ist
die Grammatik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Grammatik
πληθυντικός τύπος
Grammatiken
Παραδείγματα
Grammatikübungen helfen beim Sprachenlernen.
Οι ασκήσεις γραμματικής βοηθούν στην εκμάθηση γλωσσών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store