Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Gramm
[gender: neuter]
01
γραμμάριο, γραμμάριο
Eine Maßeinheit für das Gewicht, ein Tausendstel Kilogramm
Παραδείγματα
In Europa misst man Lebensmittel meist in Gramm.
Στην Ευρώπη, τα τρόφιμα συνήθως μετρούνται σε γραμμάρια.


























