das gotteshaus
gotteshaus
gɔtəshaʊ̯s
gawtēshaws

Ορισμός και σημασία του "gotteshaus"στα γερμανικά

Das Gotteshaus
01

εκκλησία, οίκος προσευχής

Ein Gebäude, in dem Menschen beten und religiöse Feiern abhalten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Gotteshäuser
γενική πτώση
Gotteshauses
Παραδείγματα
Die Kirche ist ein christliches Gotteshaus. 

Η εκκλησία είναι ένας χριστιανικός ναός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store