Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
googeln
01
γκουγκλάρω, αναζητώ στο Google
Etwas mit der Suchmaschine Google im Internet suchen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
googele
γ΄ ενικό πρόσωπο
googelt
ενεστώτα μετοχή
googelnd
απλός αόριστος
googelte
παθητική μετοχή
gegoogelt
Παραδείγματα
Viele Schüler googeln ihre Hausaufgaben.
Πολλοί μαθητές γκουγκλάρουν τις εργασίες τους.



























