googeln
Pronunciation
/ɡˈoːɡəln/

Ορισμός και σημασία του "googeln"στα γερμανικά

googeln
[past form: googelte]
01

γκουγκλάρω, αναζητώ στο Google

Etwas mit der Suchmaschine Google im Internet suchen
googeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
googele
γ΄ ενικό πρόσωπο
googelt
ενεστώτα μετοχή
googelnd
απλός αόριστος
googelte
παθητική μετοχή
gegoogelt
Παραδείγματα
Viele Schüler googeln ihre Hausaufgaben.
Πολλοί μαθητές γκουγκλάρουν τις εργασίες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store