Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Abattage
01
υλοτόμηση, κατάρριψη
action de mettre à terre ou de renverser un objet, un arbre, un mur, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'abattage des vieux arbres a été nécessaire pour sécuriser le terrain.
Η περικοπή των παλιών δέντρων ήταν απαραίτητη για την ασφάλεια του εδάφους.
02
σφαγή, θυσία
action de mettre à mort un animal dans un cadre agricole, industriel ou rituel
Παραδείγματα
L'abattage des bovins doit respecter les normes sanitaires.
Η σφαγή των βοοειδών πρέπει να τηρεί τα υγειονομικά πρότυπα.
03
προσπάθεια, εντατική χρήση ενέργειας
déploiement ou utilisation intensive de force ou d'énergie pour accomplir une tâche ou une activité
Παραδείγματα
L'abattage nécessaire pour ce chantier exige beaucoup d'énergie.
Η προσπάθεια που απαιτείται για αυτό το εργοτάξιο απαιτεί πολλή ενέργεια.
04
στιγμή εμφάνισης καρτών, τελική αποκάλυψη
moment où les joueurs montrent leurs cartes restantes à la fin d'une main afin de déterminer qui remporte le pot
Παραδείγματα
L'abattage a montré que sa quinte flush royale gagnait.
Το αμπατάζ έδειξε ότι το royal flush της κέρδισε.



























