Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soigner
01
θεραπεύω
donner des soins ou des traitements pour guérir une maladie ou une blessure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soigne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soignerai
ενεστώτα μετοχή
soignant
παθητική μετοχή
soigné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soignions
Παραδείγματα
Le médecin soigne ses patients avec beaucoup d'attention.
Ο γιατρός θεραπεύει τους ασθενείς του με μεγάλη προσοχή.
02
φροντίζω, θεραπεύω
prendre soin de quelqu'un, veiller à son bien-être, souvent en aidant une personne malade ou vulnérable
Παραδείγματα
Elle soigne son grand-père malade à la maison.
Φροντίζει τον άρρωστο παππού της στο σπίτι.
03
βελτιώνω, τελειοποιώ
améliorer quelque chose, le rendre meilleur
Παραδείγματα
Elle soigne sa présentation pour le concours.
Αυτή βελτιώνει την παρουσίασή της για τον διαγωνισμό.
04
θεραπεύομαι, φροντίζω τον εαυτό μου
se traiter pour guérir d'une maladie ou d'une blessure
Παραδείγματα
Il se soigne depuis qu'il a attrapé la grippe.
Θεραπεύεται από τότε που πήρε τη γρίπη.



























