le soignant
soignant
swaɲɑ̃
σουανια

Ορισμός και σημασία του "soignant"στα γαλλικά

01

φροντιστής, επαγγελματίας υγείας

personne qui prodigue des soins aux malades ou aux personnes dépendantes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
soignants
αρσενικό ενικό
soignant
θηλυκό ενικό
soignante
neutral form
personnel soignant
Παραδείγματα
Le soignant aide les patients à se déplacer. 

Ο φροντιστής βοηθά τους ασθενείς να μετακινούνται.

01

θεραπευτικός, ιαματικός

qui a des propriétés ou des effets qui aident à guérir ou à améliorer la santé 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus soignant
συγκριτικός βαθμός
plus soignant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soignant
αρσενικό πληθυντικό
soignants
θηλυκό ενικό
soignante
θηλυκό πληθυντικό
soignantes
θεματικό πεδίο
santé, propriété, plante
Παραδείγματα
Cette plante a des vertus soignantes. 

Αυτό το φυτό έχει θεραπευτικές ιδιότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store