le sofa
so
saw
fa
fa
fa

Ορισμός και σημασία του "sofa"στα γαλλικά

01

καναπές, σαλόνι

grand siège rembourré destiné à plusieurs personnes, utilisé pour s'asseoir ou se détendre dans un salon ou une pièce de vie 
le sofa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sofas
Παραδείγματα
Le sofa du salon est très confortable pour lire un livre. 

Ο καναπές του καθιστικού είναι πολύ άνετος για να διαβάσεις ένα βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store