Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réveiller
01
ξυπνάω, ξυπνώ
cesser de dormir , revenir à l'état de veille
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
réveille
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réveillons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réveillerai
ενεστώτα μετοχή
réveillant
παθητική μετοχή
réveillé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réveillions
Παραδείγματα
Je me réveille à 7 heures tous les matins.
Ξυπνάω στις 7 ώρες κάθε πρωί.
02
ξυπνάω, αφυπνίζω
faire cesser le sommeil de quelqu'un, rendre quelqu'un éveillé
Παραδείγματα
Je réveille mon frère tous les matins à 7 heures.
Ξυπνάω τον αδερφό μου κάθε πρωί στις 7.
03
ξυπνάω, ξυπνώ
sortir du sommeil ou revenir à un état de conscience après une anesthésie ou une perte de connaissance
Παραδείγματα
Le patient s'est réveillé après l'opération.
Ο ασθενής ξύπνησε μετά την εγχείρηση.
04
ξυπνώ, αναζωογονώ
faire renaître un sentiment, une mémoire, ou une sensation
Παραδείγματα
Ce film a réveillé beaucoup d'émotions en moi.
Αυτή η ταινία ξύπνησε πολλά συναισθήματα μέσα μου.



























