Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peindre
01
βάφω, χρωματίζω
appliquer de la peinture sur une surface pour changer sa couleur
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
peins
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
peignons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
peindrai
ενεστώτα μετοχή
peignant
παθητική μετοχή
peint
α΄ πληθυντικό παρατατικού
peignions
Παραδείγματα
Ils peignent la porte en rouge.
Αυτοί βάφουν την πόρτα κόκκινο.
02
ζωγραφίζω, απεικονίζω με χρώματα
représenter une image ou un objet avec de la peinture
Παραδείγματα
Il aime peindre des paysages.
Του αρέσει να ζωγραφίζει τοπία.
03
εμφανίζομαι, προβάλλομαι
être clairement visible ou exprimé
Παραδείγματα
Ses émotions se peignent sur son visage.
Τα συναισθήματά του ζωγραφίζονται στο πρόσωπό του.
04
απεικονίζω, περιγράφω
décrire ou représenter quelqu'un ou quelque chose avec des mots ou des images
Παραδείγματα
L'auteur peint un portrait réaliste du village.
Ο συγγραφέας ζωγραφίζει ένα ρεαλιστικό πορτρέτο του χωριού.



























