Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le peintre
01
ζωγράφος, ζωγραφιστής
personne qui crée des œuvres en appliquant de la peinture sur une surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peintres
Παραδείγματα
Le peintre travaille sur une nouvelle toile.
Ο ζωγράφος εργάζεται σε έναν νέο καμβά.



























