Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peler
01
ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω
enlever la peau ou l'écorce d'un fruit ou légume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pèlerai
ενεστώτα μετοχή
pelant
παθητική μετοχή
pelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pelions
Παραδείγματα
Il faut peler l' orange avant de la manger.
Πρέπει να ξαφρίσεις το πορτοκάλι πριν το φας.
02
παγώνω, κρυώνω
souffrir intensément du froid
Παραδείγματα
Ils se sont pelés pendant la randonnée.
Υπέφεραν πολύ από το κρύο κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.
03
ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω
perdre sa peau naturellement ou à cause d'une brûlure
Παραδείγματα
La peinture commence à peler sur le mur.
Το χρώμα αρχίζει να ξεφλουδίζει στον τοίχο.



























