le peignoir
peig
pɛɲ
πενι
noir
waʁ
ουαρ
baignoire

Ορισμός και σημασία του "peignoir"στα γαλλικά

01

μπαμπουτσέκι, ρουχάκι μπάνιου

vêtement ample et confortable, porté généralement après le bain ou la douche pour se couvrir 
le peignoir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
peignoirs
Παραδείγματα
Elle met son peignoir après la douche. 

Φοράει τη ρόμπα της μετά το ντους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store