la peau
Pronunciation
/po/

Ορισμός και σημασία του "peau"στα γαλλικά

La peau
[gender: feminine]
01

δέρμα, επιδερμίδα

couche extérieure qui recouvre le corps humain et les animaux
la peau definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
peaux
Παραδείγματα
La peau des fruits peut être comestible ou non.
Το πετσί των φρούτων μπορεί να είναι βρώσιμο ή όχι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store