peler
peler
ple
ple
peserpeterperlerpiler

Ορισμός και σημασία του "peler"στα γαλλικά

01

ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω

enlever la peau ou l'écorce d'un fruit ou légume 
peler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pèlerai
ενεστώτα μετοχή
pelant
παθητική μετοχή
pelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pelions
Παραδείγματα
Je pèle des pommes pour la tarte. 

Ξεφλουδίζω μήλα για την πίτα.

02

παγώνω, κρυώνω

souffrir intensément du froid 
peler definition and meaning
Παραδείγματα
On se pèle en attendant le bus ! 

Κρυώνουμε περιμένοντας το λεωφορείο.

03

ξεφλουδίζω, αποφλοιώνω

perdre sa peau naturellement ou à cause d'une brûlure 
Παραδείγματα
Après le coup de soleil, mon dos pèle. 

Μετά το ηλιακό έγκαυμα, η πλάτη μου ξεφλουδίζει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store