Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organiser
01
οργανώνω, σχεδιάζω
préparer quelque chose avec méthode et en coordonnant les éléments nécessaires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
organise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
organisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
organiserai
ενεστώτα μετοχή
organisant
παθητική μετοχή
organisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
organisions
Παραδείγματα
Ils organisent une fête pour l'anniversaire de leur fils.
Αυτοί οργανώνουν ένα πάρτι για τα γενέθλια του γιου τους.
02
οργανώνω, διοργανώνω
mettre en place un événement, une structure ou une activité de manière planifiée
Παραδείγματα
Ils ont organisé une conférence internationale à Paris.
Οργάνωσαν μια διεθνή διάσκεψη στο Παρίσι.
03
οργανώνομαι, προγραμματίζομαι
préparer et répartir son temps ou ses tâches de manière efficace
Παραδείγματα
Je dois mieux m'organiser pour finir tout mon travail.
Πρέπει να οργανωθώ καλύτερα για να τελειώσω όλη τη δουλειά μου.
04
δομοποιείται, οργανώνεται
se structurer ou se former selon un certain ordre ou une certaine logique
Παραδείγματα
Le plan s'organise autour de deux pôles.
Το σχέδιο οργανώνεται γύρω από δύο πόλους.



























