Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boucler
01
κουμπώνω, κλείνω με αγκράφα
fermer ou attacher quelque chose avec une boucle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
boucle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouclons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bouclerai
παθητική μετοχή
bouclé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouclions
Παραδείγματα
Il boucle sa ceinture avant de sortir.
Δένει τη ζώνη του πριν βγει.
02
κάνω μπούκλες, κυματίζω
former des ondulations ou des spirales dans les cheveux, naturellement ou à l'aide d'un fer à boucler, rouleaux, ou autres techniques
Παραδείγματα
Elle boucle ses cheveux avant la fête.
Αυτή σγουρώνει τα μαλλιά της πριν από το πάρτι.
03
περικυκλώνω, αποκλείω
encercler un lieu ou un espace pour le contrôler ou l'empêcher d'être traversé
Παραδείγματα
La police a bouclé le quartier après l'incident.
Η αστυνομία περικύκλωσε τη γειτονιά μετά το περιστατικό.



























