bouché
Pronunciation
/buʃe/

Ορισμός και σημασία του "bouché"στα γαλλικά

01

ανόητος, αργόστροφος

qui manque d'intelligence ou de compréhension
bouché definition and meaning
Παραδείγματα
Pourquoi tu fais toujours le bouché ?
Γιατί συμπεριφέρεσαι πάντα σαν bouché;
02

φραγμένος, μπλοκαρισμένος

bloqué physiquement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bouché
συγκριτικός βαθμός
plus bouché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bouché
αρσενικό πληθυντικό
bouchés
θηλυκό ενικό
bouchée
θηλυκό πληθυντικό
bouchées
Παραδείγματα
Les toilettes sont bouchées, il faut appeler le plombier.
Οι τουαλέτες είναι φραγμένες, πρέπει να καλέσουμε τον υδραυλικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store