boucher
bou
bu
boo
cher
ʃe
she
boucler

Ορισμός και σημασία του "boucher"στα γαλλικά

boucher
01

φράζω, βουλώνω

mettre quelque chose pour empêcher le passage dans un trou, un tuyau, un récipient, etc. 
boucher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boucherai
ενεστώτα μετοχή
bouchant
παθητική μετοχή
bouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouchions
Παραδείγματα
Il a bouché la bouteille avec un bouchon. 
02

φράζω, μπλοκάρω

gêner ou interrompre une fonction normale (vision, souffle, route, etc.) 
Παραδείγματα
Ce mur me bouche la vue. 

Αυτός ο τοίχος εμποδίζει την όρασή μου.

01

χασάπης, χασάπισσα

personne qui prépare et vend de la viande 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bouchers
Παραδείγματα
Le boucher coupe la viande avec précision. 

Ο χασάπης κόβει το κρέας με ακρίβεια.

02

χασάπης, σφαγέας

personne qui abat les animaux et découpe leur viande pour la vendre ou la transformer 
Παραδείγματα
Le boucher travaille à l'abattoir comme sallâkh. 

Ο χασάπης εργάζεται στο σφαγείο ως σφαγέας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store