Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boucher
01
φράζω, βουλώνω
mettre quelque chose pour empêcher le passage dans un trou, un tuyau, un récipient, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boucherai
ενεστώτα μετοχή
bouchant
παθητική μετοχή
bouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouchions
Παραδείγματα
Il a bouché la bouteille avec un bouchon.
02
φράζω, μπλοκάρω
gêner ou interrompre une fonction normale (vision, souffle, route, etc.)
Παραδείγματα
Ce mur me bouche la vue.
Αυτός ο τοίχος εμποδίζει την όρασή μου.
Le boucher
01
χασάπης, χασάπισσα
personne qui prépare et vend de la viande
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bouchers
Παραδείγματα
Le boucher coupe la viande avec précision.
Ο χασάπης κόβει το κρέας με ακρίβεια.
02
χασάπης, σφαγέας
personne qui abat les animaux et découpe leur viande pour la vendre ou la transformer
Παραδείγματα
Le boucher travaille à l'abattoir comme sallâkh.
Ο χασάπης εργάζεται στο σφαγείο ως σφαγέας.



























