Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouché
01
ανόητος, αργόστροφος
qui manque d'intelligence ou de compréhension
Παραδείγματα
Pourquoi tu fais toujours le bouché ?
Γιατί συμπεριφέρεσαι πάντα σαν bouché;
02
φραγμένος, μπλοκαρισμένος
bloqué physiquement
Παραδείγματα
Les toilettes sont bouchées, il faut appeler le plombier.
Οι τουαλέτες είναι φραγμένες, πρέπει να καλέσουμε τον υδραυλικό.



























