bouché
bouché
buʃe
booshe
bouclé

Ορισμός και σημασία του "bouché"στα γαλλικά

01

ανόητος, αργόστροφος

qui manque d'intelligence ou de compréhension 
bouché definition and meaning
Παραδείγματα
Il est vraiment bouché en maths. 

Είναι πραγματικά χαζός στα μαθηματικά.

02

φραγμένος, μπλοκαρισμένος

bloqué physiquement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bouché
συγκριτικός βαθμός
plus bouché
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bouché
αρσενικό πληθυντικό
bouchés
θηλυκό ενικό
bouchée
θηλυκό πληθυντικό
bouchées
Παραδείγματα
Le lavabo est bouché à cause des cheveux. 

Ο νεροχύτης είναι φραγμένος λόγω των μαλλιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store