Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouger
01
κινώ, μετακινούμαι
changer de position ou se déplacer un peu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bougeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bougerai
ενεστώτα μετοχή
bougeant
παθητική μετοχή
bougé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bougions
Παραδείγματα
Ne bouge pas pendant la photo.
Μην κουνιέσαι κατά τη διάρκεια της φωτογραφίας.
02
κινώ, μετακινώ
faire déplacer ou changer légèrement la position d'une personne ou d'un objet
Παραδείγματα
Peux - tu bouger cette table , s'il te plaît ?
Μπορείς να μετακινήσεις αυτό το τραπέζι, παρακαλώ;



























