Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouger
01
κινώ, μετακινούμαι
changer de position ou se déplacer un peu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bougeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bougerai
ενεστώτα μετοχή
bougeant
παθητική μετοχή
bougé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bougions
Παραδείγματα
Les feuilles bougent avec le vent.
Τα φύλλα κινούνται με τον άνεμο.
02
κινώ, μετακινώ
faire déplacer ou changer légèrement la position d'une personne ou d'un objet
Παραδείγματα
Le chien a bougé la queue en me voyant.
Ο σκύλος κούνησε την ουρά του όταν με είδε.



























