Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouffer
01
τρώω, καταβροχθίζω
manger (langage très familier, parfois vulgaire)
Παραδείγματα
J'ai bouffé un kebab en vitesse.
Έφαγα ένα κεμπάπ πολύ γρήγορα.
02
καταβροχθίζω, καταναλώνω άπληστα
onsommer de manière excessive et vorace (ressources, énergie, argent)
Παραδείγματα
Ce vieux climatiseur bouffe toute l'électricité.
Αυτό το παλιό κλιματιστικό καταναλώνει όλο το ρεύμα.
03
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα
faire gonfler un tissu ou matériau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boufferai
ενεστώτα μετοχή
bouffant
παθητική μετοχή
bouffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouffions
Παραδείγματα
Cette doublure fait bouffer les manches.
Αυτό το φόδρα κάνει τα μανίκια να φουσκώνουν.



























