Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bouffer
01
τρώω, καταβροχθίζω
manger (langage très familier, parfois vulgaire)
Παραδείγματα
Elle bouffe pas de viande depuis 10 ans.
Τρώει δεν τρώει κρέας εδώ και 10 χρόνια.
02
καταβροχθίζω, καταναλώνω άπληστα
onsommer de manière excessive et vorace (ressources, énergie, argent)
Παραδείγματα
Les frais de livraison bouffent tout notre bénéfice.
Το κόστος παράδοσης καταβροχθίζει όλο το κέρδος μας.
03
φουσκώνω, γεμίζω με αέρα
faire gonfler un tissu ou matériau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bouffe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bouffons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
boufferai
ενεστώτα μετοχή
bouffant
παθητική μετοχή
bouffé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bouffions
Παραδείγματα
Les rideaux bouffent joliment avec cette doublure.
Οι κουρτίνες φουσκώνουν όμορφα με αυτό το φόδρο.



























