la bougie
bou
bu
boo
gie
ʒi
zhi
bougre

Ορισμός και σημασία του "bougie"στα γαλλικά

01

κερί, καρφί

objet en cire avec une mèche que l'on allume pour produire de la lumière 
la bougie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bougies
Παραδείγματα
J'ai allumé une bougie dans la chambre. 

Άναψα ένα κερί στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store