Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bougonner
01
μουρμουρίζω, γκρινιάζω
exprimer son mécontentement de manière continue, souvent en grognant ou en murmurant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bougonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bougonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bougonnerai
ενεστώτα μετοχή
bougonnant
παθητική μετοχή
bougonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bougonnions
Παραδείγματα
Il bougonnait contre la pluie et le vent toute la journée.
Γκρίνιαζε για τη βροχή και τον άνεμο όλη μέρα.



























