bougonner
bou
bu
boo
go
gaw
nner
ne
ne
boutonnerboulonnerbourdonnerbouchonner

Ορισμός και σημασία του "bougonner"στα γαλλικά

bougonner
01

μουρμουρίζω, γκρινιάζω

exprimer son mécontentement de manière continue, souvent en grognant ou en murmurant 
bougonner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bougonne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bougonnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bougonnerai
ενεστώτα μετοχή
bougonnant
παθητική μετοχή
bougonné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bougonnions
Παραδείγματα
Il bougonne quand il doit se lever tôt. 

Μουρμουρίζει όταν πρέπει να σηκωθεί νωρίς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store