Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bougon
01
γκρινιάρης, δύστροπος
qui manifeste souvent de la mauvaise humeur en grognant ou en se plaignant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bougon
συγκριτικός βαθμός
plus bougon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bougon
αρσενικό πληθυντικό
bougons
θηλυκό ενικό
bougonne
θηλυκό πληθυντικό
bougonnes
Παραδείγματα
Mon voisin bougon se plaint sans arrêt du jardin.
Ο γκρινιάρης γείτονάς μου παραπονιέται συνεχώς για τον κήπο.



























