Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bougon
01
γκρινιάρης, δύστροπος
qui manifeste souvent de la mauvaise humeur en grognant ou en se plaignant
Παραδείγματα
Mon voisin bougon se plaint sans arrêt du jardin.
Ο γκρινιάρης γείτονάς μου παραπονιέται συνεχώς για τον κήπο.



























