bougon
bougon
bugɔ̃
boogaw
boulonbouton

Ορισμός και σημασία του "bougon"στα γαλλικά

01

γκρινιάρης, δύστροπος

qui manifeste souvent de la mauvaise humeur en grognant ou en se plaignant 
bougon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bougon
συγκριτικός βαθμός
plus bougon
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bougon
αρσενικό πληθυντικό
bougons
θηλυκό ενικό
bougonne
θηλυκό πληθυντικό
bougonnes
θεματικό πεδίο
humeur, comportement, personnalité
Παραδείγματα
Il est toujours bougon le matin avant son café. 

Είναι πάντα γκρινιάρης το πρωί πριν από τον καφέ του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store