Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avancer
01
προοδεύω, προχωρώ
faire des progrès, progresser dans un domaine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
avance
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avançons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
avancerai
ενεστώτα μετοχή
avançant
παθητική μετοχή
avancé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avancions
Παραδείγματα
Mon français avance grâce à ces leçons.
Τα γαλλικά μου προχωρούν χάρη σε αυτά τα μαθήματα.
02
προχωρώ, προοδεύω
se déplacer vers l'avant
Παραδείγματα
La voiture avance lentement dans la rue.
Το αυτοκίνητο προχωρά αργά στον δρόμο.
03
προχωρώ, προάγω
faire progresser quelque chose
Παραδείγματα
Cette découverte avance la recherche médicale.
Αυτή η ανακάλυψη προωθεί την ιατρική έρευνα.
04
προκαταβάλλω, πληρώνω προκαταβολικά
payer à l'avance
Παραδείγματα
Je peux vous avancer 100 euros.
Μπορώ να σας προκαταβάλω 100 ευρώ.
05
προχωρώ
indiquer une heure plus avancée que l'heure réelle (pour une horloge ou montre)
Παραδείγματα
Ma montre avance de cinq minutes.
Το ρολόι μου προχωράει πέντε λεπτά.
06
προωθώ, βάζω μπροστά
régler une montre en avance
Παραδείγματα
N'oublie pas d'avancer les horloges d'une heure.
Μην ξεχάσεις να προχωρήσεις τα ρολόγια μία ώρα.



























