l'avancée
a
a
α
van
vɑ̃
βα
cée
se
σε
avance

Ορισμός και σημασία του "avancée"στα γαλλικά

01

πρόοδος, προχώρηση

action de progresser ou de faire un progrès dans un domaine 
l'avancée definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
avancées
Παραδείγματα
L'avancée technologique facilite la vie quotidienne. 

Η τεχνολογική πρόοδος διευκολύνει την καθημερινή ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store