Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'avancement
[gender: masculine]
01
πρόοδος, προχώρηση
progression ou évolution dans un travail, un projet ou une activité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ils présentent l' avancement du projet au directeur.
Παρουσιάζουν την πρόοδο του έργου στον διευθυντή.
02
προαγωγή, ανέλιξη
promotion ou progression dans un poste, un grade ou une position
Παραδείγματα
Les critères pour l' avancement sont clairement définis.
Τα κριτήρια για την προαγωγή είναι σαφώς καθορισμένα.



























