Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acariciar
01
χαϊδεύω, αγγίζω απαλά
tocar suavemente a alguien o algo con afecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acaricio
γ΄ ενικό πρόσωπο
acaricia
ενεστώτα μετοχή
acariciando
απλός αόριστος
acarició
παθητική μετοχή
acariciado
Παραδείγματα
Le gusta acariciar a los conejos en la granja.
Της αρέσει να χαϊδεύει τα κουνέλια στο αγρόκτημα.
02
αγαπώ, φέρομαι με στοργή
tratar con afecto o respeto a alguien o algo
Παραδείγματα
Acariciaba la idea de escribir un libro.
Αγάπαγε την ιδέα του να γράψει ένα βιβλίο.
03
χαϊδεύω, αγγίζω απαλά
tocarse suavemente la barba, bigote o cabello
Παραδείγματα
Mientras pensaba, se acariciaba la barba con calma.
Ενώ σκεφτόταν, χαϊδεύει ήρεμα το γένι του.
04
χαϊδεύω, αγγίζω με τρυφερότητα
tocarse mutuamente con ternura o afecto
Παραδείγματα
Se acariciaron la espalda antes de dormir.
Χάιδεψαν ο ένας την πλάτη του άλλου πριν κοιμηθούν.



























