Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acariciar
01
χαϊδεύω, αγγίζω απαλά
tocar suavemente a alguien o algo con afecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acaricio
γ΄ ενικό πρόσωπο
acaricia
ενεστώτα μετοχή
acariciando
απλός αόριστος
acarició
παθητική μετοχή
acariciado
Παραδείγματα
Acaricié al gato mientras dormía.
Χάιδεψα τη γάτα ενώ κοιμόταν.
02
αγαπώ, φέρομαι με στοργή
tratar con afecto o respeto a alguien o algo
Παραδείγματα
Acariciaba sus recuerdos de infancia con nostalgia.
Χαϊδεύει τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας με νοσταλγία.
03
χαϊδεύω, αγγίζω απαλά
tocarse suavemente la barba, bigote o cabello
Παραδείγματα
Se acariciaba la barba mientras pensaba.
Χαϊδεύοντας το γένι του, σκεφτόταν.
04
χαϊδεύω, αγγίζω με τρυφερότητα
tocarse mutuamente con ternura o afecto
Παραδείγματα
Los novios se acariciaban en el parque.
Οι αρραβωνιαστικοί χαϊδεύονταν στο πάρκο.



























