Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acarrear
01
μεταφέρω
transportar o mover algo de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acarreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acarea
ενεστώτα μετοχή
acarreamdo
απλός αόριστος
acarreó
παθητική μετοχή
acarreado
Παραδείγματα
Los obreros acarreaban piedras para la construcción.
Οι εργάτες μετέφεραν πέτρες για την κατασκευή.
02
προκαλώ, επιφέρω
provocar o generar un efecto, generalmente negativo o problemático
Παραδείγματα
Su arrogancia acarreó conflictos con sus colegas.
Η αλαζονεία του προκάλεσε συγκρούσεις με τους συναδέλφους του.



























