accesible
Pronunciation
/ˌakθesˈiβle/

Ορισμός και σημασία του "accesible"στα ισπανικά

01

προσβάσιμος, εύκολα προσβάσιμος

que se puede alcanzar o usar fácilmente
accesible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más accesible
συγκριτικός βαθμός
más accesible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
accesible
αρσενικό πληθυντικό
accesibles
θηλυκό ενικό
accesible
θηλυκό πληθυντικό
accesibles
Παραδείγματα
La aplicación es accesible y fácil de usar.
Η εφαρμογή είναι προσβάσιμη και εύκολη στη χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store