Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accesible
01
προσβάσιμος, εύκολα προσβάσιμος
que se puede alcanzar o usar fácilmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más accesible
συγκριτικός βαθμός
más accesible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
accesible
αρσενικό πληθυντικό
accesibles
θηλυκό ενικό
accesible
θηλυκό πληθυντικό
accesibles
Παραδείγματα
La aplicación es accesible y fácil de usar.
Η εφαρμογή είναι προσβάσιμη και εύκολη στη χρήση.



























