Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acarrear
01
μεταφέρω
transportar o mover algo de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
acarreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acarea
ενεστώτα μετοχή
acarreamdo
απλός αόριστος
acarreó
παθητική μετοχή
acarreado
Παραδείγματα
Acarreó las cajas hasta el almacén.
Acarreó τα κουτιά μέχρι την αποθήκη.
02
προκαλώ, επιφέρω
provocar o generar un efecto, generalmente negativo o problemático
Παραδείγματα
Su imprudencia acarreó un accidente grave.
Η απροσεξία του προκάλεσε ένα σοβαρό ατύχημα.



























