Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recoger
01
σηκώνω, μαζεύω
levantar algo del suelo o de una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
recojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoge
ενεστώτα μετοχή
recogiendo
απλός αόριστος
rocogí
παθητική μετοχή
recogido
Παραδείγματα
Recogí el lápiz que se cayó.
Μάζεψα το μολύβι που έπεσε.
02
συλλέγω, μαζεύω
cortar o tomar frutas o verduras maduras del árbol, planta o tierra
Παραδείγματα
Vamos a recoger manzanas del árbol.
Πάμε να μαζέψουμε μήλα από το δέντρο.
03
δένω τα μαλλιά, μαζεύω τα μαλλιά
peinarse de forma que el cabello quede sujeto en una parte de la cabeza
Παραδείγματα
Ella recogió el pelo en una coleta.
Μάζεψε τα μαλλιά της σε αλογοουρά.
04
παίρνω, πηγαίνω να πάρω
pasar a buscar a una persona en coche
Παραδείγματα
Voy a recoger a mi hermana del trabajo a las seis.
Πάω να παραλάβω την αδερφή μου από τη δουλειά στις έξι.



























