Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recoger
01
σηκώνω, μαζεύω
levantar algo del suelo o de una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
recojo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recoge
ενεστώτα μετοχή
recogiendo
απλός αόριστος
rocogí
παθητική μετοχή
recogido
Παραδείγματα
Recogieron los libros del escritorio.
Μάζεψαν τα βιβλία από το γραφείο.
02
συλλέγω, μαζεύω
cortar o tomar frutas o verduras maduras del árbol, planta o tierra
Παραδείγματα
Los niños ayudaron a recoger naranjas.
Τα παιδιά βοήθησαν να μαζέψουν πορτοκάλια.
03
δένω τα μαλλιά, μαζεύω τα μαλλιά
peinarse de forma que el cabello quede sujeto en una parte de la cabeza
Παραδείγματα
Siempre se recoge el cabello antes de cocinar.
Αυτή πάντα δένει τα μαλλιά της πριν μαγειρέψει.
04
παίρνω, πηγαίνω να πάρω
pasar a buscar a una persona en coche
Παραδείγματα
Su novio siempre la recoge los viernes por la noche.
Ο φίλος της την παίρνει πάντα τα Παρασκευάτικα βράδια.



























