el recluta
rec
ˈrek
ρεκ
lu
lu
λου
ta
ta
τα
disputaenjutavolutaminuta

Ορισμός και σημασία του "recluta"στα ισπανικά

01

νέος στρατιώτης, νέος μέλος

una persona recientemente incorporada a una organización, especialmente a las fuerzas armadas o la policía 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reclutas
Παραδείγματα
Los reclutas hacen ejercicio temprano. 

Οι νεοσύλλεκτοι ασκούνται νωρίς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store