Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recogido
01
δεμένος, συγκεντρωμένος
cabello sujeto hacia atrás, generalmente con moño, coleta o pinzas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más recogido
συγκριτικός βαθμός
más recogido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recogido
αρσενικό πληθυντικό
recogidos
θηλυκό ενικό
recogida
θηλυκό πληθυντικό
recogidas
Παραδείγματα
El recogido es práctico para trabajar.
Η κότσα είναι πρακτική για τη δουλειά.



























