Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dejar
01
αφήνω, τοποθετώ
colocar algo en un lugar y no moverlo de
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja
ενεστώτα μετοχή
dejando
απλός αόριστος
dejé
παθητική μετοχή
dejado
Παραδείγματα
Deja el libro en la estantería.
Αφήστε το βιβλίο στο ράφι.
02
επιτρέπω
permitir que alguien haga algo
Παραδείγματα
Mis padres me dejaron salir anoche.
Οι γονείς μου μου επέτρεψαν να βγω έξω χθες το βράδυ.
03
αφήνω, ξεχνώ
no llevar consigo algo por descuido
Παραδείγματα
Dejé mi paraguas en el autobús.
Άφησα την ομπρέλα μου στο λεωφορείο.
04
δανείζω
entregar algo a alguien con la intención de que lo devuelva
Παραδείγματα
Me dejó su coche por el fin de semana.
Μου άφησε το αυτοκίνητό του για το σαββατοκύριακο.
05
κατεβάζω, αφήνω
llevar a una persona a un lugar y dejarla allí
Παραδείγματα
Puedo dejarte en tu casa de camino al mío.
Μπορώ να σε αφήσω στο σπίτι σου στο δρόμο για το δικό μου.
06
αφήνω, εγκαταλείπω
apartarse o abandonar algo o a alguien
Παραδείγματα
Dejó su trabajo para viajar.
Άφησε τη δουλειά του για να ταξιδέψει.
Λεξικό Δέντρο
dejar
jar



























