Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defraudar
01
απογοητεύω, αποθαρρύνω
causar una decepción profunda o desilusionar a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
defraudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrauda
ενεστώτα μετοχή
defraudando
απλός αόριστος
defraudó
παθητική μετοχή
defraudado
Παραδείγματα
No quiero defraudar a mis padres después de todo su apoyo.
Δεν θέλω να απογοητεύσω τους γονείς μου μετά από όλη την υποστήριξή τους.
02
εξαπατώ, απατώ
engañar a alguien para obtener un beneficio económico ilegalmente
Παραδείγματα
La empresa fue acusada de defraudar a Hacienda en millones de euros.
Η εταιρεία κατηγορήθηκε για απάτη του Φορολογικού Οργανισμού εκατομμυρίων ευρώ.



























