la deflación
def
def
def
la
la
la
ción
ˈθjon
thyon
defecacióndefeccióndepilacióndelación

Ορισμός και σημασία του "deflación"στα ισπανικά

01

αποπληθωρισμός, αποπληθωρισμός

disminución general y sostenida de los precios de bienes y servicios en un país 
la deflación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La deflación puede afectar negativamente la economía. 

Η αποπληθωρισμός μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την οικονομία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store