Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deformar
01
παραμορφώνω, αλλοιώνω
cambiar la forma original de algo; hacer que pierda su forma natural
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deformo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deforma
ενεστώτα μετοχή
deformando
απλός αόριστος
deformó
παθητική μετοχή
deformado
Παραδείγματα
Su rostro se deformó por el dolor.
Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τον πόνο.



























