deformar

Ορισμός και σημασία του "deformar"στα ισπανικά

deformar
01

παραμορφώνω, αλλοιώνω

cambiar la forma original de algo; hacer que pierda su forma natural
deformar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deformo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deforma
ενεστώτα μετοχή
deformando
απλός αόριστος
deformó
παθητική μετοχή
deformado
Παραδείγματα
Su rostro se deformó por el dolor.
Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τον πόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store