el defraudador
def
def
ντεφ
rau
ɾau̯
ραου
da
da
ντα
dor
ˈðoɾ
δορ
despertadorconstructormaquilladorperturbador

Ορισμός και σημασία του "defraudador"στα ισπανικά

El defraudador
01

απατεώνας, αλόγιστος

una persona que comete fraude, es decir, que engaña para obtener un beneficio ilegal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
defraudadores
αρσενικό ενικό
defraudador
θηλυκό ενικό
defraudadora
neutral form
defraudador/a
Παραδείγματα
El defraudador fiscal escondía millones en cuentas en el extranjero. 

Ο φοροαπατεώνας έκρυβε εκατομμύρια σε λογαριασμούς στο εξωτερικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store