Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
defraudar
01
απογοητεύω, αποθαρρύνω
causar una decepción profunda o desilusionar a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
defraudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrauda
ενεστώτα μετοχή
defraudando
απλός αόριστος
defraudó
παθητική μετοχή
defraudado
Παραδείγματα
Prometió que llegaría a tiempo, pero volvió a defraudarnos.
Υποσχέθηκε ότι θα έφτανε εγκαίρως, αλλά μας απογοήτευσε ξανά.
02
εξαπατώ, απατώ
engañar a alguien para obtener un beneficio económico ilegalmente
Παραδείγματα
El político fue destituido por defraudar los fondos públicos para uso personal.
Ο πολιτικός απομακρύνθηκε για υπεξαίρεση δημόσιων κεφαλαίων για προσωπική χρήση.



























