Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incorrect
Παραδείγματα
She took the incorrect train and ended up in the wrong city.
Πήρε το λάθος τρένο και κατέληξε σε λάθος πόλη.
02
λανθασμένος, ανακριβής
containing faults or defects that lead to errors or malfunctions
Παραδείγματα
The scientist ’s incorrect data skewed the experiment ’s results.
Τα λανθασμένα δεδομένα του επιστήμονα διαστρέβλωσαν τα αποτελέσματα του πειράματος.
03
λανθασμένος, ακατάλληλος
not following specific standards, rules, or conventions
Παραδείγματα
The judge ruled that the lawyer ’s actions were incorrect in court.
Ο δικαστής αποφάσισε ότι οι ενέργειες του δικηγόρου ήταν λανθασμένες στο δικαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
incorrect
correct



























