Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulty
01
ελαττωματικός, κατεστραμμένος
not working properly or as intended
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
faultiest
συγκριτικός βαθμός
faultier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The technician discovered a faulty circuit that was responsible for the device's erratic behavior.
Ο τεχνικός ανακάλυψε ένα ελαττωματικό κύκλωμα που ήταν υπεύθυνο για την ασταθή συμπεριφορά της συσκευής.
Λεξικό Δέντρο
faultily
faultiness
faulty
fault



























