Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulty
01
ελαττωματικός, κατεστραμμένος
not working properly or as intended
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
faultiest
συγκριτικός βαθμός
faultier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car was recalled due to faulty brakes that posed a safety risk.
Το αυτοκίνητο ανακλήθηκε λόγω ελαττωματικών φρένων που παρουσίαζαν κίνδυνο ασφαλείας.
Λεξικό Δέντρο
faultily
faultiness
faulty
fault



























