faulty
faul
ˈfɔl
φολ
ty
ti
τι
/fˈɒlti/

Ορισμός και σημασία του "faulty"στα αγγλικά

01

ελαττωματικός, κατεστραμμένος

not working properly or as intended
Παραδείγματα
The technician discovered a faulty circuit that was responsible for the device's erratic behavior.
Ο τεχνικός ανακάλυψε ένα ελαττωματικό κύκλωμα που ήταν υπεύθυνο για την ασταθή συμπεριφορά της συσκευής.
02

ελαττωματικός, λανθασμένος

not functioning correctly or failing to meet proper standards
Παραδείγματα
His faulty interpretation of the data led to the wrong results.
Η λανθασμένη ερμηνεία των δεδομένων οδήγησε σε λανθασμένα αποτελέσματα.

Λεξικό Δέντρο

faultily
faultiness
faulty
fault
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store