faulty
faul
ˈfɔ:l
fawl
ty
ti
ti
faculty

Ορισμός και σημασία του "faulty"στα αγγλικά

01

ελαττωματικός, κατεστραμμένος

not working properly or as intended 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
faultiest
συγκριτικός βαθμός
faultier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
functionality, quality, defects
Παραδείγματα
The car was recalled due to faulty brakes that posed a safety risk. 

Το αυτοκίνητο ανακλήθηκε λόγω ελαττωματικών φρένων που παρουσίαζαν κίνδυνο ασφαλείας.

02

ελαττωματικός, λανθασμένος

not functioning correctly or failing to meet proper standards 
Παραδείγματα
His conclusion was based on faulty assumptions. 

Το συμπέρασμά του βασίστηκε σε εσφαλμένες υποθέσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

faultily
faultiness
faulty
fault
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store