Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faulty
01
ελαττωματικός, κατεστραμμένος
not working properly or as intended
Παραδείγματα
The technician discovered a faulty circuit that was responsible for the device's erratic behavior.
Ο τεχνικός ανακάλυψε ένα ελαττωματικό κύκλωμα που ήταν υπεύθυνο για την ασταθή συμπεριφορά της συσκευής.
Λεξικό Δέντρο
faultily
faultiness
faulty
fault



























